σκίμπους


σκίμπους
койка

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "σκίμπους" в других словарях:

  • σκίμπους — small couch masc/fem nom/voc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκίμπους — οδος, ο, ΝΑ σκαμνί αρχ. είδος κλίνης, φορείο για τη μεταφορά τών ασθενών. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Κατά μία άποψη, η λ. ανάγεται σε αμάρτυρο τ. *σκιμπέ πους (< σκίμπτομαι «πέφτω πάνω σε κάτι» + πούς) με σημ. «πόδι στο οποίο μπορεί να… …   Dictionary of Greek

  • σκίμποδα — σκίμπους small couch neut nom/voc/acc pl σκίμπους small couch masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Складная кровать —    • Σκίμπους          или α̉σκάντης, также κράββατος, более простой род κλίνη (как кровать Сократа), хотя лучше, чем χαμεύνη, см. Lectus, Постель, I …   Реальный словарь классических древностей

  • σκιμπόδων — σκίμπους small couch masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκίμποδας — σκίμπους small couch masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκίμποδες — σκίμπους small couch masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκίμποδι — σκίμπους small couch masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκίμποδος — σκίμπους small couch masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκίμπος — σκίμπους small couch masc/fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκίμποσι — σκίμπους small couch masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)